Template:El:Generic:Map Features:natural
Jump to navigation
Jump to search
Natural
Xρησιμοποιείται για να περιγράψει τα φυσικά χαρακτηριστικά της γης. Αυτά περιλαμβάνουν επίσης τα χαρακτηριστικά που έχουν τροποποιηθεί από τον άνθρωπο.
| Κλειδί | Τιμή | Στοιχείο | Σημείωση | Απεικόνιση Carto |
Φωτογραφία |
|---|---|---|---|---|---|
Βλάστηση ή σχετικά με την επιφάνεια του εδάφους | |||||
| natural | fell | Βιότοπος πάνω από τη γραμμή δέντρων σε αλπικές και υποπολικές περιοχές, που καλύπτεται κυρίως με ακαλλιέργητο γρασίδι, χαμηλούς θάμνους και βρύα. | Όχι, δείτε το #545. | ||
| natural | grassland | Λιβάδι - Όπου η βλάστηση κυριαρχείται από χόρτα (Poaceae) και άλλα ποώδη (μη ξυλώδη) φυτά, για κουρεμένο/διαχειριζόμενο χόρτο δείτε το landuse=grass, για σανό/βοσκή δείτε το landuse=meadow.
|
|||
| natural | heath | Θαμνότοπος χαμηλός - Ένας βιότοπος χαμηλών θάμνων, που χαρακτηρίζεται από ανοιχτή, χαμηλής ανάπτυξης ξυλώδη βλάστηση, συχνά με κυριαρχία φυτών της οικογένειας Ericaceae (Ερεικοειδή). Σημείωση. Αυτό δεν ισχύει για πάρκα των οποίων το όνομα περιέχει τη λέξη "heath". |
|||
| natural | moor | Μην το χρησιμοποιείτε, δείτε στη wikipage. Ορεινές περιοχές, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή ανάπτυξη της βλάστησης σε όξινο έδαφος. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | scrub | Θαμνότοπος - Ακαλλιέργητη γη που καλύπτεται από μεγάλους θάμνους ή υπανάπτυκτα δέντρα. | |||
| natural | shrubbery | Θάμνοι - Μια περιοχή με θάμνους που συντηρείται ή κλαδεύεται ενεργά από τον άνθρωπο. Είναι δυνατή και μια ελαφρώς πιο άγρια όψη. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | tree | Δέντρο - Ένα μεμονωμένο δέντρο. | |||
| natural | tree_row | Δεντροστοιχία - Μία σειρά δέντρων. | |||
| natural | tree_stump | Κούτσουρο - Ένα κούτσουρο, τα υπολείμματα ενός κομμένου ή σπασμένου δέντρου. | |||
| natural | tundra | Τούνδρα - Βιότοπος πάνω από το δασικό όριο σε αλπικές και υποπολικές περιοχές, που καλύπτεται κυρίως από ακαλλιέργητα χόρτα, χαμηλούς θάμνους και βρύα και μερικές φορές βοσκείται. | |||
| natural | wood | Δάσος - Δασική έκταση (ένα 'forest' ή 'wood'). Δείτε επίσης το landuse=forest. Για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το leaf_type=* και το leaf_cycle=*.
|
|||
Σχετικά με το νερό | |||||
| natural | bay | Κόλπος, Όρμος - Μια υδάτινη περιοχή που περιβάλλεται κυρίως από στεριά αλλά έχει επίπεδη σύνδεση με τον ωκεανό ή μια λίμνη. | ![]() |
||
| natural | beach | Παραλία - Διαμόρφωση του εδάφους κατά μήκος ενός υδάτινου σώματος που αποτελείται από άμμο, βότσαλα ή άλλο χαλαρό υλικό | |||
| natural | blowhole | Φυσούνα - Ένα άνοιγμα σε μία θαλάσσια σπηλιά που έχει επεκταθεί προς την ξηρά, με αποτέλεσμα να εκτοξεύει νερό από το άνοιγμα λόγω της δράσης των κυμάτων. | |||
| natural | cape | Ακρωτήριο - Ένα υπερυψωμένο τμήμα γης που προεξέχει στη θάλασσα ή σε μία μεγάλη λίμνη. Περιλαμβάνει ακρωτήρια, μέτωπα, απόκρημνα και βραχώδη ακρωτήρια. | |||
| natural | coastline | Ακτογραμμή - Η γραμμή μέσης υψηλής στάθμης νερού μεταξύ θάλασσας και ξηράς (με το νερό να βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της γραμμής.) | |||
| natural | crevasse | Παγετωνική ρωγμή - Μια μεγάλη ρωγμή σε παγετώνα. | |||
| natural | geyser | Θερμοπίδακας - Μία πηγή που χαρακτηρίζεται από εκτόξευση νερού με στροβιλισμό κατά διαστήματα και συνοδευόμενη από ατμό. | |||
| natural | glacier | Παγετώνας - Ένα μόνιμο σώμα πάγου που σχηματίζεται φυσικά από χιόνι που κινείται υπό το βάρος του. | |||
| natural | hot_spring | Θερμή πηγή - Μία πηγή γεωθερμικά θερμαινόμενων υπόγειων υδάτων. | |||
| natural | isthmus | Ισθμός - Μια στενή λωρίδα γης, που περιβάλλεται από νερό και στις δύο πλευρές και συνδέει δύο μεγαλύτερες χερσαίες μάζες. | |||
| natural | mud | Λάσπη - Περιοχή καλυμμένη με λάσπη: λεπτόκοκκο έδαφος κορεσμένο με νερό χωρίς σημαντική ανάπτυξη φυτών. Δείτε επίσης το natural=wetland + wetland=*.
|
|||
| natural | peninsula | Χερσόνησος - Ένα τμήμα γης που προβάλλει στο νερό από μία μεγαλύτερη χερσαία μάζα και περιβάλλεται σχεδόν ολόκληρο από νερό. | |||
| natural | reef | Ύφαλος - Ένα χαρακτηριστικό (βράχος, λωρίδα άμμου, κοράλλια κ.λπ.) που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού. | |||
| natural | shingle | Βότσαλα - Μια συσσώρευση στρογγυλεμένων θραυσμάτων βράχου σε παραλία ή κοίτη ποταμού | ![]() |
||
| natural | shoal | Αβαθή ύδατα - Μία περιοχή του θαλάσσιου πυθμένα κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας (κυριολεκτικά γίνεται ρηχή) και εκτίθεται στη άμπωτη. Δείτε επίσης το natural=sand.
|
|||
| natural | spring | Πηγή - Ένα μέρος όπου τα υπόγεια ύδατα ρέουν φυσικά από το έδαφος (Άλλες γλώσσες). | |||
| natural | strait | Πορθμός - Μια στενή υδάτινη περιοχή που περιβάλλεται από ξηρά στις δύο πλευρές και από νερό στις άλλες δύο. | ![]() |
||
| natural | water | Νερό - Οποιοδήποτε υδάτινο σώμα, από φυσικό όπως λίμνη ή λιμνούλα έως τεχνητό όπως τάφρος ή κανάλι. Δείτε επίσης το water=river
|
|||
| natural | wetland | Υγρότοπος, Έλος - Μια φυσική περιοχή που υπόκειται σε πλημμύρες ή με κορεσμένο από νερό έδαφος, περαιτέρω διευκρινίζεται με το wetland=*
|
|||
Σχετικό με τη μορφή της γης | |||||
| natural | arch | Αψίδα - Μία φυσική βραχώδης αψίδα που σχηματίστηκε από διάβρωση, με ένα άνοιγμα από κάτω. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | arete | Αιχμηρή κορυφογραμμή - Η arête, είναι μία λεπτή, σχεδόν σαν λεπίδα μαχαιριού, βραχώδης κορυφογραμμή, η οποία συνήθως σχηματίζεται όταν δύο παγετώνες διαβρώνουν παράλληλες κοιλάδες σχήματος U. | |||
| natural | bare_rock | Γυμνός βράχος - Μια περιοχή με αραιή ή καθόλου βλάστηση, έτσι ώστε το βραχώδες υπόστρωμα να γίνεται ορατό. | ![]() |
||
| natural | blockfield | Επιφάνεια ογκόλιθων - Μία επιφάνεια καλυμμένη με ογκόλιθους ή βράχους, συνήθως αποτέλεσμα ηφαιστειακής δραστηριότητας ή συνδεδεμένη με αλπικά και υποπολικά κλίματα και εποχές παγετώνων. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | cave_entrance | Είσοδος σπηλαίου - Η είσοδος σε μία σπηλιά: ένας φυσικός υπόγειος χώρος αρκετά μεγάλος για να μπει ένας άνθρωπος. | |||
| natural | cliff | Γκρεμός - Μία κάθετη ή σχεδόν κάθετη φυσική απότομη πλαγιά, συνήθως με γυμνή επιφάνεια βράχου. Το κάτω μέρος της πλαγιάς βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της γραμμής). | |||
| natural | dune | Αμμόλοφος - Ένας λόφος άμμου που σχηματίζεται από τον άνεμο, που καλύπτεται με ελάχιστη ή καθόλου βλάστηση. Δείτε επίσης το natural=sand και το natural=beach
|
δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | earth_bank | Χωμάτινο πρανές - Μεγάλη χαράδρα διάβρωσης ή απότομη χωμάτινη όχθη | |||
| natural | fumarole | Φουμαρόλα - Η φουμαρόλα είναι ένα άνοιγμα στον φλοιό του πλανήτη που εκπέμπει ατμό και αέρια. | |||
| natural | gully | Ρέμα - Μικρής κλίμακας τομή του ανάγλυφου που δημιουργείται από την διάβρωση του νερού. | |||
| natural | hill | Ένας λόφος. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | peak | Κορυφή - Η κορυφή ενός λόφου ή βουνού. | |||
| natural | ridge | Κορυφογραμμή, ράχη - Ένα ορεινό ανάγλυφο με συνεχή υπερυψωμένη κορυφογραμμή ή λόφο. | |||
| natural | rock | Βράχος - Ένας σημαντικός βράχος ή ομάδα βράχων που συνδέονται με το βραχώδες υπόστρωμα. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | saddle | Διάσελο - Το χαμηλότερο σημείο κατά μήκος μιας κορυφογραμμής ή ανάμεσα σε δύο κορυφές βουνού | |||
| natural | sand | Άμμος - Μια περιοχή καλυμμένη με άμμο χωρίς ή με πολύ λίγη βλάστηση. Δείτε επίσης το natural=beach και το natural=dune.
|
|||
| natural | scree | Σάρα, Πλευρικά κορήματα, Κολλούβιο - Μη ενοποιημένα πετρώματα με γωνίες, που σχηματίστηκαν από κατολίσθηση και αποσάθρωση από γειτονικές βραχώδεις επιφάνειες. | ![]() |
||
| natural | sinkhole | Καταβόθρα - Μία φυσική κοιλότητα ή τρύπα στην επιφάνεια του εδάφους. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | stone | Ογκόλιθος - Μία μοναδική, αξιοσημείωτη, ελεύθερη πέτρα, που μπορεί να διαφέρει από τη σύνθεση του εδάφους στην οποία βρίσκεται, π.χ., παγετώδες ερρατικό. | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | valley | Κοιλάδα - Μία φυσική κοιλότητα ανάμεσα σε κορυφογραμμές ή οροσειρές βουνών ή λόφων | δεν αποδίδεται προς το παρόν από το OSM Carto | ||
| natural | volcano | Ηφαίστειο - Ένα άνοιγμα εκτεθειμένο στην επιφάνεια της γης από όπου εκτοξεύονται ηφαιστειακά υλικά. | |||
| natural | user defined | Όλες οι συνήθως χρησιμοποιούμενες τιμές σύμφωνα με το Taginfo | |||
This table is a wiki template with a default description in English. Editable here.




































































